περιίσταμαι


περιίσταμαι
med. становлюсь кругом, окружаю, охватываю, обнимаю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "περιίσταμαι" в других словарях:

  • περιίσταμαι — περϊίσταμαι , περιίστημι place round pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιίσταμαι — ΜΑ βλ. περιίστημι …   Dictionary of Greek

  • περιίστημι — ΝΜΑ (μέσ. μόνον στην οριστ. αορ.) περιέστην περιπίπτω περιέρχομαι σε χειρότερη κατάσταση, καταντώ (α. «περιέστη σε αδιέξοδο» β. «τὰ πράγματα εἰς ὅπερ νυνὶ περιέστη» σ αυτό το σημείο που έχουν φτάσει τώρα τα πράγματα, Δημοσθ.) μσν. αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • отметаюся — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  (ἀρνέομαι) отрицаю, отрекаюсь (Map. 14, 70); (περιίσταμαι),… …   Словарь церковнославянского языка

  • συμπεριίσταμαι — Α τοποθετούμαι ολόγυρα μαζί με άλλους. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + περιίσταμαι «τοποθετούμαι ολόγυρα»] …   Dictionary of Greek